
Η Βουλγαρία βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης οικονομικής της ιστορίας, καθώς ετοιμάζεται να ενταχθεί επισήμως στη ζώνη του ευρώ, αφήνοντας πίσω της το λέβ και περνώντας σε μια νέα εποχή βαθύτερης ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, που έχει προγραμματιστεί για την 1η Ιανουαρίου 2026, δεν είναι απλώς μια τεχνική αλλαγή στις συναλλαγές, αλλά μια στρατηγική επιλογή με μακροπρόθεσμες συνέπειες για την οικονομία, την κοινωνία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.
Η πορεία προς το ευρώ ήταν μακρά και συχνά επίπονη. Από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007, η Βουλγαρία είχε δεσμευτεί να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα όταν θα πληρούσε τα κριτήρια σύγκλισης. Μετά από χρόνια δημοσιονομικής πειθαρχίας, χαμηλών ελλειμμάτων και συμμετοχής στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ERM II, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έδωσαν το πράσινο φως, κρίνοντας ότι η χώρα είναι έτοιμη να γίνει το 21ο μέλος της ευρωζώνης. Για την κυβέρνηση και τον επιχειρηματικό κόσμο, η εξέλιξη αυτή αποτελεί επιβεβαίωση οικονομικής ωριμότητας και σταθερότητας.
Ωστόσο, η εικόνα στο εσωτερικό της χώρας είναι πιο σύνθετη. Η ένταξη στο ευρώ συνοδεύεται από ελπίδες αλλά και έντονους φόβους. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της αλλαγής μιλούν για αυξημένη αξιοπιστία στις διεθνείς αγορές, χαμηλότερο κόστος δανεισμού, ευκολότερες εμπορικές συναλλαγές και προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Η κατάργηση του συναλλαγματικού κινδύνου και η πλήρης ένταξη στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε μια χώρα που επιδιώκει να ξεφύγει από τον ρόλο της φθηνής περιφερειακής οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, σημαντικό μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει το ευρώ με καχυποψία. Η ανησυχία για αυξήσεις τιμών, ακόμη και αν αυτές είναι περιορισμένες, παραμένει έντονη, ιδίως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στις αγροτικές περιοχές. Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η υιοθέτηση του ευρώ δεν προκαλεί γενικευμένη ακρίβεια, ωστόσο μικρές στρογγυλοποιήσεις σε βασικά αγαθά αρκούν για να ενισχύσουν την αίσθηση οικονομικής πίεσης. Σε μια χώρα όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ακόμη και η ψυχολογική διάσταση της ακρίβειας μπορεί να έχει πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να καθησυχάσει τους πολίτες, προχωρώντας σε εκστρατείες ενημέρωσης, διπλή αναγραφή τιμών και αυστηρό έλεγχο της αγοράς κατά τη μεταβατική περίοδο. Παράλληλα, οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις προετοιμάζονται πυρετωδώς για τη μετάβαση, βλέποντας το ευρώ ως μια ευκαιρία για σταθερότητα και ανάπτυξη. Η υπαγωγή του τραπεζικού συστήματος στην πλήρη εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θεωρείται αναβάθμιση, που ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταθετών και μειώνει τους κινδύνους χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
Παρά τα οφέλη, η συμμετοχή στην ευρωζώνη συνεπάγεται και απώλεια εργαλείων οικονομικής πολιτικής. Η Βουλγαρία θα πρέπει να λειτουργεί εντός αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, χωρίς τη δυνατότητα ανεξάρτητης νομισματικής παρέμβασης σε περιόδους κρίσης. Ο φόβος αυτός, που συχνά τροφοδοτείται από την ελληνική εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας, παραμένει ζωντανός στον δημόσιο διάλογο, παρότι οι οικονομικές συνθήκες και τα δεδομένα διαφέρουν σημαντικά.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν το ευρώ θα φέρει άμεσα κέρδη ή απώλειες, αλλά αν η Βουλγαρία θα καταφέρει να αξιοποιήσει τη συμμετοχή της στην ευρωζώνη ως μοχλό πραγματικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη. Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, ενίσχυση των μισθών, καταπολέμηση της διαφθοράς και ισχυρούς θεσμούς, το κοινό νόμισμα από μόνο του δεν αρκεί για να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο της χώρας.
Η ένταξη στο ευρώ αποτελεί, μια ιστορική ευκαιρία αλλά και μια δοκιμασία. Μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σταθερότητας και ανάπτυξης ή να αποδειχθεί ένα ακόμη βήμα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα των πολιτών. Το αποτέλεσμα θα κριθεί όχι στα χαρτονομίσματα και τα κέρματα, αλλά στις πολιτικές επιλογές που θα ακολουθήσουν την επόμενη ημέρα.
Πηγή κειμένου και φωτογραφίας: rthess.gr
Για άρθρα που αναδημοσιεύονται και αναγράφεται η πηγή τους, ουδεμία ευθύνη φέρει το SalonikaPlus.gr, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.
